Νίκος Κούνδουρος- Η ζωή του

 ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣΓεννήθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 1926, αλλά οι γονείς του, από ατελείωτες γενιές Κρητικοί, δεν ανέχονταν να πολιτογραφηθεί σαν Αθηναίος. Τον μετέφεραν στην Κρήτη, τυλιγμένο σε μία πάνα, ώστε να γραφτεί στα δημοτολόγια του Αγίου Νικολάου της Κρήτης στις 15 Δεκεμβρίου του 1926.  Ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού Ιωσήφ Κούνδουρου.

Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στον τομέα της γλυπτικής και της ζωγραφικής, από την οποία και αποφοίτησε το 1948. Στην περίοδο της Κατοχής εντάσσεται στην ΕΠΟΝ Σπουδαστών και στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών. Με τον εμφύλιο μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας και διώξεων καταφέρνει να αποφοιτήσει το 1948. Αργότερα συλλαμβάνεται απο τις αρχές λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και στέλνεται στην Μακρόνησο, όπου ξεκινά για αυτόν νέος κύκλος δεινών και βασανιστηρίων.

Στα 28 του χρόνια αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Ξεκίνησε  ως σκηνοθέτης με τη Μαγική Πόλη (1954), όπου συνδύασε τις επιρροές του από το νεορεαλισμό με την εικαστική του ματιά. Με το σύνθετο και πρωτοποριακό έργο Ο Δράκος (1956), ο Νίκος Κούνδουρος καθιερώνεται. Ακολούθησαν “Οι παράνομοι” (1958), «Το ποτάμι» (1959), «Μικρές Αφροδίτες» (1963), «Το πρόσωπο της Μέδουσας» (1967), «Τα τραγούδια της φωτιάς» (1974), «1922» (1978) κ.ά.

Ο Νίκος Κούνδουρος μιλάει για τον εαυτό του

Νομίζουν πως γεννήθηκα στην Κρήτη. Η αλήθεια είναι πως γεννήθηκα στην Αθήνα, σε κάποια από τις κλινικές της εποχής, αλλά ο πατέρας και η μάνα μου, από ατέλειωτες γενιές Κρητικοί, δεν ανέχονταν να πολιτογραφηθώ Αθηναίος. Με πήραν τυλιγμένο μέσα σε μια πάνα, με πήγαν στην Κρήτη και είμαι γραμμένος στα δημοτολόγια του Δήμου Αγίου Νικολάου με αύξοντα αριθμό 6 του έτους 1926. Έτσι σφραγίστηκε η παρουσία μου σ’ αυτό τον κόσμο με ένα πλαστογραφημένο πιστοποιητικό Κρητικού. Αλλά η αλήθεια είναι πως την Κρήτη, καθώς ήρθαμε στην Αθήνα όταν εγώ ήμουν μωρό, τη γνώρισα πολύ αργότερα σε μεγάλη ηλικία. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.35png

Τότε πρωτοπλησίασα την Κρήτη πιο στοχαστικά και την αγάπησα με όλα τα παράδοξά της. Και είναι στ’ αλήθεια ο Κρητικός μια άλλη ράτσα, ένας άλλος λαός. Αυτό δεν είναι έπαρση, ούτε φιλαρέσκεια. Είναι μια αλήθεια που διαμορφώθηκε μέσα στους ατέλειωτους αιώνες των κρητικών μύθων. Μέρος λοιπόν κι εγώ αυτού του λαού, κληρονόμος από τους παππούδες και τους προπάππους μου, μιας φύσης ιδιόρρυθμης , λέω πως γεννήθηκε δεμένος για πάντα με τις χάρες της ράτσας του και τα κουσούρια της. Χάρισμά του που είναι ευφάνταστος, είναι λογάς, παραμυθάς, είναι χωρατατζής, και είναι, ίσως φανεί περίεργο, διανοούμενος.

Εκεί στο νησί ζουν ακόμα δάσκαλοι διανοούμενοι, γριές και γέροι ποιητές της προφορικής γλώσσας που σώζεται αμόλυντη μέσα από τα πολύ παλιά χρόνια ως τις μέρες μας. Μεγάλωσα στην Αθήνα μέσα σε μια φαμίλια κυνηγημένη από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Από τις πιο παλιές αναμνήσεις μου είναι το σπίτι μας κυκλωμένο από χωροφύλακες, ο πατέρας μοΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.55pngυ εξόριστος, η μάνα μου με τρία παιδιά και αγωνία για τη μοίρα του πατέρα. Ακόμα θυμάμαι τους χωροφύλακες να ‘χουνε σπάσει την πόρτα και με τις ξιφολόγχες να σκίζουνε τα στρώματα μήπως υπήρχε κάποιος εκεί πέρα. Λογχίζανε τα δέντρα στον κήπο, μήπως κρύβεται κάποιος από πίσω τους. Ο «κάποιος» ήταν ο πατέρας μου. Αυτές είναι οι πρώτες μακρινές αλλά πεντακάθαρες μνήμες. Έχουν περάσει ατελείωτα χρόνια από τότε και δεν κατάφερα ακόμα αλλά και δεν θέλησα να ξεκολλήσω από πάνω μου το μίσος που έχω για τη βία και σε επέκταση το μίσος μου για την εξουσία, γιατί εξουσία χωρίς βία, εγώ δεν είδα και ίσως και δεν υπάρχει.

 

Δηλώνω, λοιπόν, αντιεξουσιαστής και, αφού το δηλώνω, προσπαθώ όσο γίνεται και όσο αντέχει ο χώρος κι η δουλειά που κάνω, να το κρατήσω αυτό το περήφανο μπαϊράκι του απ’ έξω, του περιθωριακού, του ανένταχτου. Αστείες βέβαια κουβέντες, άμα σκεφτώ πως έπειτα κι εντάχτηκα και φανατίστηκα. Δεκάξι χρόνων στις τάξεις του ΕΑΜ κι έπειτα του ΕΛΑΣ. Πολέμησα, τραυματίστηκα, έχω τρεις σφαίρες στο κορμί μου απ’ τον φοβερό Δεκέμβρη. Έχω κάτι μήνες και μήνες στα νοσοκομεία. Έχω κάτσει στις φυλακές κι έχω δύο καταδίκες για εξορία. Κι εκείνον τον τρόμο που μας πιρούνιαζε την ψυχή και το μυαλό. Τον τρομερό τρόμο, τον ταπεινωτικό. Είχα την τύχη, κι όταν λέω τύχη δεν το λέω κατά λάθος, να ζήσω τέσσερα χρόνια στο Μακρονήσι.

ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.3png

Τέσσερα χρόνια στο ξερονήσι επάνω με μάθανε ένα σωρό πράγματα. Εκεί έμαθα και θέατρο κι εκεί μου πρωτοδημιουργήθηκε η ιδέα του κινηματογράφου. Έτσι, όταν το 1952 τελειώνει και αυτή η περιπέτεια και μπαίνουμε σε μια περίοδο ύφεσης, εγώ παίρνω το δίπλωμά μου από τη Σχολή Καλών Τεχνών όπου στο μεταξύ και σποραδικά κατάφερα να συμπληρώσω πέντε χρόνια σπουδών κι αντί για αρχιτέκτονας όπως πρωτομπήκα, βγήκα με ένα δίπλωμα ζωγράφου στα χέρια μου. Και τότε, εντελώς ξαφνικά, αποφάσισα να ανταλλάξω τα σιωπηλά εργαλεία του ζωγράφου με τις εικόνες και τα μεγάφωνα του κινηματογράφου. Έτσι λοιπόν αυθαίρετα μ’ ένα αστείρευτο πείσμα και τη βοήθεια μερικών φίλων, του Μάνου Χατζιδάκι, της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, του Αλέξη Διαμαντόπουλου, στήνεται η πρώτη ταινία Η μαγική πόλις. …

 

Θυμάμαι πως το πρώτο γύρισμα που είδα στη ζωή μου ήταν η ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου Ο Κόκκινος Βράχος. Για πλατό μεταχειριζόταν την υπαίθρια σκηνή του θεάτρου «Ακροπόλ». Εκεί είχε στηθεί ένα στοιχειώδες ντεκοράκι, αστείο λίγο, εντελώς θεατρικό με μερικά πανό που περιστοίχιζαν τις κουΐντες και, με μια βαριά δυσκίνητη μηχανή Debrie, έδινε την πρώτη κίνηση στο μοτέρ με μανιβέλα. Μέσα σε φοβερό κρύο, αφού τα γυρίσματα άρχιζαν τα μεσάνυχτα, μετά που σχολούσε το θέατρο, έρχονταν το συνεργείο και σ’ αυτά τα τέσσερα αστεία χαρτονένια πανό, με μια τρεμάμενη πόρτα που έμπαιναν κι έβγαιναν οι ηθοποιοί, γυριζόταν το κινηματογραφικό έργο. Εκεί, ο αυριανός συνάδελφος του Γρηγορίου είχε την πρώτη πρακτική επαφή με τον κινηματογράφο. …

Στο πατάρι του Λουμίδη και στις ατελείωτες κουβέντες στα καφενεία κέρδισα σιγά σιγά και με πολύ κόπο τα μυστικά κλειδιά που στα χρόνια που πέρασαν και με ακόμα πιο πολύ κόπο θα άνοιγαν τις πόρτες που βγάζουν στου δρόμους τους δυσκολοπέραστους. Το α, β, γ μέχρι και το ω των επιρροών που ασκήθηκαν πάνω μου από τον παγκόσμιο κινηματογράφο προέρχονταν από τον ιταλικό νεορεαλισμό. Είχαμε θαμπωθεί από τις μεγάλες ταινίες της ιταλικής σχολής, τις μεταπολεμικές. Βλέπαμε και ξαναβλέπαμε τον Κλέφτη των ποδηλάτων, το Θαύμα στο Μιλάνο, το Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη, το Πικρό ρύζι… Έτσι, η πρώτη μου ταινία, η Μαγική πόλις βγήκε από έναν ενθουσιώδη μαθητή του ιταλικού νεορεαλισμού. Τον άλλο κινηματογράφο τον γνώρισα στα Φεστιβάλ.

Όταν το 1954 βρέθηκα στη Βενετία με την πρώτη μου ταινία να εκπροσωπεί επίσημα την Ελλάδα, κόντεψα να το βάλω στα πόδια και να επιστρέψω στη μίζερη θαλπωρή της πατρίδας και των φίλων. Τον ίδιο καιρό, ο Κακογιάννης, ένας σκηνοθέτης εισαγωγής με τα όμορφα αγγλικά του και θητεία στο ανθηρό Λονδίνο, γυρίζει κι αυτός την πρώτη του ταινία, το Κυριακάτικο ξύπνημα μα τη Λαμπέτη , τον Χορν και τον Παππά, που του εξασφαλίζουν- πιο έμπειρος αυτός από εμένα- ένα αξιόπιστο διαβατήριο προς το κοινό και τους παραγωγούς. Ταυτόχρονα σχεδόν, γυρίσαμε και τις δεύτερες ταινίες μας: Εκείνος τη Στέλλα κι εγώ το Δράκο. Και τώρα, που ο χρόνος βάζει τάξη σε τόσα και σε τόσα πράγματα, ξέρουμε τι σήμαινε και τι σημαίνουν αυτές οι δύο ταινίες στη σύντομη ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, γιατί γύρω μας υπήρχε η τέλεια νέκρα. Οι άλλοι σκηνοθέτες μας αγνοούσαν και τους αγνοούσαμε, χωρίς όμως κακότητα, χωρίς περιφρόνηση. Είμαστε απλά άλλοι κόσμοι.

Tags: